Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2021

Θανάσης Ραφτόπουλος: “Ο Γκοντό, κατά τη γνώμη μου, είναι η λύση”

 Ο Καρδιτσιώτης ηθοποιός του ΚΘΒΕ, Θανάσης Ραφτόπουλος μίλησε στο stellasview.gr και στον Ευθύμιο Ιωαννίδη για την παράσταση «Περιμένοντας τον Γκοντό» στην οποία υποδύεται με δεξιοτεχνικό αναμφήριστα τρόπο τον Λάκυ.

Απόφοιτος του τμήματος Φιλοσοφίας Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων με κατεύθυνση την Παιδαγωγική (2013), αριστούχος απόφοιτος στη συνέχεια της δραματικής σχολής του ΚΘΒΕ (2016), ο Θανάσης Ραφτόπουλος ξεχώρισε πέρσι για την ερμηνεία του ως Λάκυ, στην εκπληκτική παράσταση «Περιμένοντας τον Γκοντό», σε σκηνοθεσία του Γιάννη Αναστασάκη, η οποία επαναλαμβάνεται και φέτος.

Θανάση υποδύεσαι για δεύτερη συναπτή  χρονιά με αξιοθαύμαστη δεινότητα τον Λάκυ, στην παράσταση “Περιμένοντας τον Γκοντό”.  Πόσο τυχερός (Lucky)  αισθάνεσαι που συνεργάζεσαι για ακόμη μία χρονιά με σπουδαία ονόματα του θεατρικού χώρου;

Συνεργάζομαι όχι μόνο με σπουδαία ονόματα, αλλά και με υπέροχους ανθρώπους, πάνω σε ένα έργο “φωτιά”. Οπότε νιώθω ήρεμος, ανυπόμονος και υπερτυχερός.

Ποια είναι εκείνα τα χαρακτηριστικά του Λάκυ που θεωρείς πως προσδίδουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον στον χαρακτήρα του; Αλήθεια, θα μπορούσες να κάνεις παρέα με τον ήρωα που υποδύεσαι;

O Σισύφειος Λάκυ είναι όντως τυχερός, διότι σταμάτησε να ψάχνει για κάποιο νόημα στη ζωή. Ο “δούλος” κατάφερε και απέφυγε αυτό το ατελείωτο βασανιστήριο. Κοιτάζει τη ζωή στα μάτια και τη δέχεται ως έχει. Και αυτό είναι το χαρακτηριστικό, που προκαλεί το ενδιαφέρον και που δε χωράει διόλου η δική μας λογική και των υπόλοιπων χαρακτήρων του έργου. Στο ειλικρινές κενό του μάλιστα, βλέπουμε μια “αποδοχή του τίποτα” που μας τρομάζει και αρνούμαστε να γνωρίσουμε. Παρέα βέβαια και να ‘θελα δε θα γινόταν να κάνουμε, γιατί πολύ απλά ο Λάκυ δε θα ‘θελε να κάνουμε τί-πο-τα… με όλη τη σημασία της λέξης! Γίνεται μόνο να ακούσω τον Καμύ, και να φαντάζομαι ότι ο Λάκυ είναι χαρούμενος. (“One must imagine Sisyphus happy”, The myth of Sisyphus, 1942)

Είσαι απόφοιτος του τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων με κατεύθυνση την Παιδαγωγική, ωστόσο σε κέρδισε διαρρήδην το θέατρο. Θα μπορούσες να φανταστείς τη ζωή σου δίχως θέατρο;

Τελειώνοντας τις σπουδές μου στο Φ. Π. Ψ. αποφάσισα να δώσω εξετάσεις σε δραματική σχολή. Και ενώ μέχρι τότε δεν είχα καμία απολύτως σχέση με το θέατρο, τώρα μου είναι αδύνατο να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς αυτό!

Στο έργο ο Λάκυ είναι ένας αχθοφόρος-δούλος, μονίμως συνδεδεμένος με τον κύριο του από ένα σχοινί, ο οποίος δε διαμαρτύρεται καθόλου για τα βασανιστήρια που υφίσταται. Δέχεται, εντούτοις μια περίεργη διαταγή: τον διατάζουν να στοχαστεί. Και αυτός απαγγέλλει απνευστί έναν απίστευτο ορυμαγδό λέξεων, που θυμίζουν φιλοσοφικές και θεολογικές θεωρίες. Τι θέλει κατά τη γνώμη σου να στηλιτεύσει ο Μπέκετ με τον συγκλονιστικό μονόλογο του Λάκυ;

Ο Μπέκετ μέσα από τον Λάκυ, ξερνά όλη τη δυτική σκέψη και τις θεωρίες της, που δεν έχουν καταφέρει να δώσουν σαφείς απαντήσεις όσον αφορά το νόημα της ύπαρξης. Οι θεωρίες αυτές συνεχίζουν να ρητορεύουν, η επιστήμη συνεχίζει να κάνει άλματα και ο άνθρωπος συνεχίζει να έρχεται στη ζωή, να αναρωτιέται γιατί ήρθε, και να φεύγει χωρίς απάντηση. Και όταν δεν έχεις απάντηση, η θεωρία δεν είναι παρά ένας συνδυασμός ήχων, ένα ατελείωτο, χαοτικό “μπλα-μπλα” που δε λέει τίποτα. Και ο Μπέκετ, αυτό το τίποτα το έκανε κάτι. Ένα “κάτι, στο οποίο καταργείται κάθε Γκοντό και παρουσιάζεται το παράλογο της ύπαρξης την ώρα που οι υπόλοιποι χαρακτήρες αναζητούν το νόημα της ύπαρξης και περιμένουν έναν Γκοντό!

Κεντρικός χαρακτήρας του έργου, συνεχώς απών, αβάσταχτα ωστόσο, παρών είναι ο Γκοντό. Ποιος είναι κατά τη γνώμη σου ο Γκοντό, η άφιξη του οποίου είναι πάντα επικείμενη και συνάμα αέναα αναστελλόμενη;

Ο ίδιος ο Μπέκετ δήλωσε ότι δε γνωρίζει ποιος είναι ο Γκοντό και πως σημασία έχει το “Περιμένοντας”. Ο Γκοντό, κατά τη γνώμη μου, είναι η λύση.  Είναι μια σαφής απάντηση που θα δώσει εξηγήσεις και νόημα στη ζωή. Μια ελπίδα.  Και η ελπίδα, ας μη λησμονούμε πως πεθαίνει τελευταία, οπότε  ο Βλαδίμηρος, ο  Εστραγκόν και το κοινό, περιμένουν… οι δύο πρώτοι να  εφεύρουν και να αντλήσουν νόημα στη ζωή, το δε κοινό, να ανακαλύψει  νόημα στο έργο, και όλοι μαζί  ανάγουν φυσικά σε πρωταγωνιστή, την αιώνια Αναμονή.

Η ερμηνεία σου απέσπασε διθυραμβικές κριτικές από το κοινό και συλλήβδην από τους κριτικούς. Η επιτυχία, αλλά και η αναγνωρισιμότητα που απολαμβάνεις ως νέος ηθοποιός κατά πόσο έχει επηρεάσει την καθημερινότητά σου;

Είναι η καλύτερη αμοιβή να βλέπεις ότι η δουλειά σου άρεσε. Χαίρομαι πολύ. Όσον αφορά την καθημερινότητά μου, δεν έχει αλλάξει τίποτα.

Είσαι ένας νέος στην ηλικία ηθοποιός, ο οποίος παρά την οικονομική κρίση παρέμεινε στην Ελλάδα, πάλεψε και έκανε το όνειρό του πραγματικότητα! Τι μήνυμα θα έστελνες στους νέους ανθρώπους της γενιάς σου, οι οποίοι μεταναστεύουν αφειδώλευτα προς χώρες του εξωτερικού;

Δεν πιστεύω ότι στην εποχή της κρίσης, υπάρχει νέος που κατέφυγε στο εξωτερικό ενώ βρήκε ανοιχτές πόρτες εδώ. Η πραγματοποίηση του ονείρου κάποιου  εξαρτάται από  πολλούς παράγοντες μεταξύ των οποίων, η θέληση και η τύχη. Σημασία έχει βέβαια να το κυνηγάς και να μη περιμένεις να σου χτυπήσει την πόρτα. Το πού θα το πιάσεις, έγινε πλέον δευτερεύον. Αυτοί που έφυγαν, αναγκάστηκαν πιστεύω να φύγουν, διότι ήταν αδύνατο να ονειρευτούν εδώ, και μάλλον δεν έφυγαν πανηγυρικά.

Ολοκληρώνοντας τη συνέντευξη Θανάση, ποιους καλλιτεχνικούς στόχους έχεις θέσει για το μέλλον;

Επαγγελματικά, μετά το “Περιμένοντας τον Γκοντό” έρχεται να μου δείξει καινούργια πράγματα ο “Υπηρέτης δύο Αφεντάδων”. Οπότε συγκεντρώνομαι προς το παρόν σε αυτά. Γενικά έχω να μάθω πολλά πράγματα ακόμα μέχρι να προσδιορίσω τους στόχους μου, οπότε μοναδικός  “στόχος” είναι η εξερεύνηση, και βλέπουμε! 

Ευχαριστούμε τον Θανάση Ραφτόπουλο για τη συνέντευξη που μας παραχώρησε και του ευχόμαστε καλή επιτυχία σε όλα! 

Συνέντευξη: Ευθύμιος Iωαννίδης 

Δημοσιεύτηκε
24/10/2018 

Κριτική για την παράσταση «Εξορκισμός» από το Θέατρο του Άλλοτε

 Ήμασταν εκεί για εσάς. Το stellasview.gr βρέθηκε στην παράσταση «Εξορκισμός» από το Θέατρο του Άλλοτε στο Μπενσουσάν Χαν στις 20/10 και έζησε κυριολεκτικά μια πρωτόγνωρη θεατρική εμπειρία.

Αποτελεί το δίχως άλλο τη μεγάλη έκπληξη του θεατρικού φθινοπώρου για τη Θεσσαλονίκη

Ο «Εξορκισμός», ένα έργο που έγραψε η Μαρία Ράπτη αποτελεί το δίχως άλλο τη μεγάλη έκπληξη του θεατρικού φθινοπώρου για τη Θεσσαλονίκη.

Πρόκειται, πιο συγκεκριμένα, για την ιστορία μιας αστικής οικογένειας εποχής, της οποίας ο γιος κυριεύεται από έναν δαίμονα. Η ιστορία λοιπόν εξελίσσεται σε ένα αυταρχικό σκηνικό ένοχων μυστικών, έντονης θρησκοληψίας και βαθιάς σήψης.

Πρόκειται άραγε για την εκδραμάτιση μιας ψυχικής διαταραχής, μιας σχιζοφρένειας που τον περασμένο αιώνα αντιμετωπιζόταν στον δυτικό κόσμο ως δαιμονική κατοχή ή μήπως ο γιος είναι όντως κυριευμένος από κάποιον ζοφερό δαίμονα; Το έργο δεν αναλώνεται σε τελεσίδικες απαντήσεις, ούτε βεβαίως σε καθοδηγεί, αλλά γεννά γόνιμα ερωτήματα και προβληματισμούς, αφήνοντας στον θεατή τη δυνατότητα να επιλέξει  είτε την ορθολογική ερμηνεία των καταστάσεων που διαδραματίζονται ενώπιόν του, είτε τη μεταφυσική ερμηνεία, ανάλογα με τις δικές του προσλαμβάνουσες.

Η δυνατή αυτή ιστορία βρίσκει στο Μπενσουσάν Χαν το ιδανικό φυσικό σκηνικό της. Το παλιό χάνι εποχής, μετατρέπεται έτσι με τα σκηνικά αντικείμενα του Μη με λησμόνει στη σκοτεινή, εσωστρεφή και ένοχη οικία, όπου διαδραματίζεται η υπόθεση. Το έργο εξελίσσεται από δωμάτιο σε δωμάτιο, με τους θεατές να παρακολουθούν όρθιοι την εξέλιξη του έργου, ακολουθώντας τους ηθοποιούς και τη δράση από τον ένα χώρο στον άλλον.

Οι τέσσερις ηθοποιοί του έργου καταθέτουν επί σκηνής πραγματικά δυνατές, συγκλονιστικές και καταπληκτικές ερμηνείες απαιτήσεων, αναζητώντας ο καθένας διαφορετικά θεατρικά πατήματα για τους τέσσερις διαφορετικούς αυτούς ρόλους. Πιο συγκεκριμένα:

  • Η  ‘Ολγα Καλαμάρα ερμηνεύει τη Μάνα, έναν χαρακτήρα τραχύ, απόλυτα αυταρχικό, εξουσιαστικό που κρύβει καλά τα ένοχα μυστικά του σπιτιού της. Η Καλαμάρα καταθέτει μια ερμηνεία απόλυτα προσηλωμένη και γεμάτη, σκληρά γοητευτική και έξοχη.
  • Ο  Δημήτρης Βασιλειάδης ερμηνεύει τον Γιο και τον Δαίμονα του, έναν χαρακτήρα σχιζοφρενικό και αρρωστημένο. Ο Βασιλειάδης καταθέτει μια ερμηνεία ΤΙΤΑΝΙΚΗ που απαιτεί μεγάλες φυσικές και σωματικές ικανότητες, καθώς και γερά υποκριτικά πατήματα.
  • Η Βαρβάρα Δουμανίδου και η Τζώρτζια Βογιατζόγλου ερμηνεύουν την Κόρη και την Οικονόμο αντίστοιχα. Δυο έξοχες ερμηνείες, η πρώτη εύθραυστη, βελούδινη και τρυφερή και η δεύτερη σκληρή, δυναμική και ρεαλιστική.
  • Τέλος, ο Στέργιος Κωνσταντζίκης ερμηνεύει τον Πάτερ. Η ερμηνεία του είναι καταλυτική για την υποκριτική ολοκλήρωση της παράστασης, ήρεμη, φυσική, αβίαστη και εξαιρετική, απογειώνοντας ερμηνευτικά το σύνολο.

Τη σκηνοθεσία του έργου υπογράφει η Βαρβάρα Δουμανίδου (που υποδύεται την Κόρη), συνθέτοντας μια συγκλονιστική παράσταση που ξεφεύγει μακράν από τις συνηθισμένες θεατρικές συνθήκες και αποτελεί αναντίλεκτα μια ολοκληρωμένη  εμπειρία.

Κριτική: Αναστάσιος Νέστορας 

Δημοσιεύτηκε
23/10/2018 

Κριτική για την «Κυρία Ντάλογουεϊ» της Βιρτζίνια Γουλφ με τη Φαίη Ξυλά

 Ήμασταν εκεί για εσάς. To stellasview.gr βρέθηκε στην παράσταση «Η Κυρία Ντάλογουεϊ» της Βιρτζίνια Γουλφ με τη Φαίη Ξυλά, στο Θέατρο Αυλαία στις 21/10 και παρακολούθησε ένα εξαιρετικό θεατροποιημένο μυθιστόρημα.

Η θεατρική συνθήκη μας ήταν από την αρχή γνωστή πως πρόκειται να δούμε ένα θεατροποιημένο μυθιστόρημα και πιο συγκεκριμένα, ένα από τα εμβληματικότερα έργα της λογοτεχνίας, την «Κυρία Ντάλογουεϊ» της Βιρτζίνια Γουλφ. Έτσι ήμασταν πλήρως προετοιμασμένοι ότι τα θεατρικά εκφραστικά μέσα, εξυπηρετούσαν ακριβώς αυτόν τον σκοπό. Την ανάδειξη δηλαδή ή αν θέλετε την εξιστόρηση αυτού του πολυεπίπεδου και πολυσύνθετου βιβλίου, ενός βιβλίου που δεν αποτελεί μια ιστορία που πρέπει με κάποιον θεατρικό τρόπο να ειπωθεί επάνω στη σκηνή, αλλά ένα κείμενο που πρέπει να απαγγελθεί με την ανάλογη ιερότητα που λίγα λογοτεχνικά κείμενα απαιτούν. Μοιραία λοιπόν η απαγγελία αποτέλεσε την αναγκαία θεατρική λύση στην οποία επιβεβλημένα έπρεπε να καταφύγει η Μαρία Ξανθοπουλίδου που έκανε τόσο την σκηνοθεσία, όσο και τη διασκευή του έργου.

Η Ξανθοπούλου επέλεξε να εστιάσει περισσότερο στη χαρά της ζωής και του ταξιδιού, στην αθωότητα και στην ομορφιά μας απλής μέρας που αποπνέει συν τοις άλλος το κείμενο και όχι τόσο στον θάνατο, στη διάψευση, στην αναβολή και τη ματαίωση του χρόνου, επίσης στοιχεία του κειμένου.

Οι ερμηνείες των τριών ηθοποιών, της Ξυλάς, της Αντύπα, και της Φωτιάδη είναι εξαιρετικές

Οι ερμηνείες και των τριών ηθοποιών, της Φαίης Ξυλάς, της Στέλλας Αντύπα, και της Κατερίνα Φωτιάδη είναι ομολογουμένως εξαιρετικές. Οι τρεις ηθοποιοί ερμηνεύουν εκ παραδρομής το κείμενο ως εξής:

  • Η Ξυλά ερμηνεύει κυρίως τα κομμάτια που αφορούν την ηρωίδα του βιβλίου, την Κλαρίσα, παραδίδοντάς μας μια όμορφη και μεταξένια ερμηνεία.
  • Η Φωτιάδη ερμηνεύει κυρίως τον ρόλο της συγγραφέως του βιβλίου, της Βιρτζίνια Γουλφ, αλλά και κάποια κομμάτια της Κλαρίσας. Η ερμηνεία της Φωτιάδη είναι τω όντι απίστευτη, παραστατική, παράλληλα τραχιά και ευαίσθητη, ανδρική και γυναικεία.
  • Και η Αντύπα συμμετέχει σε διάφορα κομμάτια και μας παραδίδει μια γειωμένη, στιβαρή ερμηνεία, αληθινή, υπαρκτή και ουσιαστική.

Η γοητευτική αυτή παράσταση κυλάει κυριολεκτικά σαν γάργαρο νερό, σαν ένα όνειρο μιας καλοκαιρινής νύχτας, σαν αεράκι γλυκό κάτω από τις αψιδωτές καμάρες της αυλής ενός μοναστηριού και σε αυτό συμβάλλουν τόσο η λιτή σκηνοθεσία της Ξανθοπουλίδου, που αφήνει την αφήγηση να αναπνέει και να εξελίσσεται, όσο και στη χημεία των τριών ηθοποιών.

Απολύτως σημαντικό και καθοριστικό ρόλο στη διάνθηση της αφήγησης αποτελεί η μουσική του Λόλεκ, λιτή και μοντέρνα, ηλεκτρική και ευαίσθητη να συμπληρώνει τις λέξεις και να αποκτά μια δικιά της ανεξάρτητη υπόσταση, σαν ένας τέταρτος ηθοποιός επάνω στη σκηνή.

Τέλος, εξαιρετική δουλειά έχει γίνει επίσης και με την κίνηση που επιμελήθηκε η Μαριέλα Νέστορα, ενώ τα σκηνικά και τα κουστούμια της Αριάδνης Βοζάνη έδεναν αρμονικά με τη γενικότερη αισθητική του έργου, υψηλή το δίχως άλλο και η αισθητική που ανέδειξαν οι φωτισμοί της Βαλεντίνας Ταμιωλάκη.

Κριτική: Αναστάσιος Νέστορας 

Φωτογραφίες & video: Στέλλα Πέρπερα

Δημοσιεύτηκε
22/10/2018 

Δημήτρης Βερύκιος: “Πιστεύω στην ενσυναίσθηση και την αλήθεια των ονείρων”

 Ο Λευκαδίτης ηθοποιός Δημήτρης Βερύκιος μίλησε στο stellasview.gr και στον Ευθύμιο Ιωαννίδη για την παράσταση «Το όνειρο ενός γελοίου» στην οποία πρωταγωνιστεί.

Γεννημένος  στο χωριό Πλαγιά Αιτωλοακαρνανίας από αγρότες γονείς, αλλά μεγαλωμένος στον τόπο καταγωγής του τη Λευκάδα, το όνομά του  συγκαταλέγεται δικαίως ανάμεσα σε εκείνα των σημαντικότερων Λευκαδιτών. Με πετυχημένες συμμετοχές σε τηλεοπτικά σίριαλ, στο θέατρο, αλλά και στον κινηματογράφο, ο Δημήτρης Βερύκιος είναι ένας   από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς του, ο οποίος προϊόντος του χρόνου καταφέρνει  να εξελίσσεται επαγγελματικά και αναντίλεκτα να εντυπωσιάζει.Με αφορμή την παράσταση η ««Το όνειρο ενός γελοίου»» στην οποία πρωταγωνιστεί,  μας μίλησε για την παράσταση, το έργο και τον ρόλο του, για τη στάση του απέναντι στους κριτικούς,  για τα χαρακτηριστικά επίσης ενός καλού ηθοποιού, αλλά και για το αν έχει μετανιώσει για τις μέχρι τούδε επιλογές του.

Μεταφέρετε στη σκηνή, με υποκριτική δεινότητα το διήγημα του Ντοστογιέφσκι, «Το όνειρο ενός γελοίου». Πιστεύετε  πως  ένα όνειρο είναι ικανό να αλλάξει άρδην την καθημερινότητά μας και να λειτουργήσει αφυπνιστικά για τη ζωή μας;

Η ανθρωπότητα μεταχειρίζεται διάφορες μεθόδους, τακτικές, τρόπους, ιδεολογίες και άλλες πρακτικές προκειμένου να αντιμετωπίσει το Κακό και να ευτυχήσει, αλλά τα αποτελέσματα, αιώνες τώρα είναι ουσιαστικά μηδαμινά… Κι αυτό γιατί ο δρόμος προς το Καλό δεν περνάει μέσα από όλα αυτά αφού δεν είναι αντικείμενο διαχείρισης της κατάστασης, αλλά μιας άλλης οπτικής που θα οδηγούσε στην αφύπνιση του ανθρώπου! Το όνειρο κρύβει μέσα του τον χαμένο θησαυρό του ασυνείδητου και της αληθινής μας ύπαρξης κι ως εκ τούτου πιστεύω πως κρατάει το κλειδί της απελευθέρωσής μας από τα δεινά της καθημερινότητάς μας… Άλλωστε, είμαι πεπεισμένος πως το μυστικό της ζωής είναι να βρούμε το «κλειδί» της που θα ανοίξει την πόρτα της ευδαιμονίας, ή το κουμπί αν προτιμάτε που θα ανάψει το φως και θα διώξει το σκοτάδι… Το όνειρο ίσως να είναι το κλειδί και το αντίδοτο στον αναποτελεσματικό και «κακοποιό» ορθολογισμό που δε μας οδηγεί στην αληθινή και ουσιαστική βίωση της ζωής, όπως προκύπτει εκ των πραγμάτων… Προσωπικά πιστεύω στην ενσυναίσθηση και την αλήθεια των ονείρων παρά στην τρέχουσα λογική, όσο επεξεργασμένη κι αν είναι!

Γραμμένο το 1877, «Το όνειρο ενός γελοίου» γίνεται φέτος 141 ετών. Τι είναι αυτό κατά τη γνώμη σας που το διατηρεί «ζωντανό» και επίκαιρο  μέχρι και σήμερα;

Όταν προετοίμαζα την παράστασή μου, ήμουνα βέβαιος για τα βαθύτερα μηνύματα του αριστουργήματος αυτού και διαισθανόμουν ότι θα αφορούσε τον κόσμο, όμως δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο επίκαιρο θα ήταν! Από τις πρώτες ήδη συναντήσεις μου με το κοινό, διαπίστωσα ότι στο σύνολό τους οι θεατές ταυτίζονταν με την κατάσταση απελπισίας και κατάθλιψης του «γελοίου», όπως μου δήλωναν οι ίδιοι… Φαίνεται πως τα σοβαρά προβλήματα και ερωτήματα του ανθρώπου είναι πάντα και παντού τα ίδια κι ένας μεγαλοφυής συγγραφέας όπως ο «ανατόμος της ψυχής» Φ. Ντοστογιέφσκι, έχει την τέχνη να αγγίζει βαθιά τον κάθε άνθρωπο, έτσι που το έργο του να παραμένει ζωντανό και επίκαιρο, όσα χρόνια κι αν περάσουν… ειδικά σε τούτο το αριστούργημα του που φανερώνει την Αλήθεια της ζωής με τρόπο λιτό, κατανοητό και άμεσο… μια Αλήθεια που μας αφορά όλους!

Ο δυνάμει αυτόχειρας του έργου εγκαταλείπει την πορεία προς το αποτρόπαιο τέλος της ζωής του ύστερα από ένα υπαρξιακό όνειρο, και αφοσιώνεται στη συνέχεια στην πάλη για τη θεμελίωση ενός διαφορετικού, ιδανικού κόσμου. Τι θα θέλατε να έχουν αποκομίσει οι θεατές φεύγοντας από την παράσταση;

Θα ήθελα πραγματικά πολύ να πειστούν ή έστω να σκεφτούν πως μπορεί να αλλάξει η ζωή τους – και μάλιστα άρδην – και πως υπάρχει τρόπος να συμβεί αυτό! Θα επιθυμούσα συνάμα να φύγουν λιγότερο φοβισμένοι και περισσότερο αισιόδοξοι για το μέλλον όλου του κόσμου αφού η λύση υπάρχει και μάλιστα μέσα στον καθένα… Σίγουρα θα ήθελα, φεύγοντας από την παράστασή μου, να έχουν γίνει καλύτεροι άνθρωποι, αφού αυτός και μόνο αυτός είναι ο σκοπός της τέχνης και το μοναδικό προσωπικό μου κριτήριο, όταν παρουσιάζομαι ενώπιον του από σκηνής!

Η παράσταση κατά γενική ομολογία έχει κερδίσει τόσο το  κοινό όσο  και τους κριτικούς. Παρακολουθείτε τις θεατρικές κριτικές;

Είμαι ευτυχής που όλες οι θεατρικές κριτικές, αλλά και τα σχόλια του κοινού, είναι στο υψηλότερο επίπεδο φτάνοντας έως τον ενθουσιασμό και με χαρακτηρισμούς για εμένα που μου δίνουν κουράγιο να συνεχίσω τον μοναχικό δρόμο μου… Δε θα ‘λεγα πάντως πως παρακολουθώ τις κριτικές με άγχος και αγωνία, αφού λογαριασμό δίνω μόνο στη συνείδησή μου για οτιδήποτε κάνω… όμως δίνω προσοχή σε όλες τις κριτικές και τις απόψεις, προσπαθώντας να αντλήσω τα ωφέλιμα καταρχήν στοιχεία τους και να μάθω από αυτές…

Αν σας δινόταν η ευκαιρία να γνωρίσετε τον ήρωα που υποδύεστε τι θα του εκφράζατε;

Πρώτα πρώτα την ευγνωμοσύνη μου που βρέθηκε στο δρόμο μου… αφού με φώτισε και με καλυτέρεψε ως άνθρωπο! Έπειτα, θα του εξέφραζα την αγάπη μου και τον θαυμασμό μου. Θα του ζητούσα, ίσως και μια χάρη, να βρίσκεται πάντα δίπλα μου ακόμη και όταν σταματήσω να τον υποδύομαι…

Η παράσταση είναι στην ουσία ένας μονόλογος. Είναι άραγε πιο δύσκολο  για έναν ηθοποιό να παίζει μόνος του στη σκηνή ένα ολόκληρο έργο ή τον διευκολύνει καθώς έτσι δε χρειάζεται να συνδιαλεχθεί με μια πληθώρα άλλων ηθοποιών;

Δεν επέλεξα να κάνω μονόλογο από απέχθεια σε συναδέλφους μου ή επειδή με διευκολύνει σε κάτι αυτό, άλλωστε υπάρχουν ηθοποιοί που θα ΄θελα να μοιραστώ τη σκηνή μαζί τους, όπως έχει συμβεί πολλές φορές ως τώρα κι ήταν σχεδόν πάντα υπέροχη εμπειρία. Επίσης, είναι γνωστό πως ο μονόλογος είναι το πιο δύσκολο είδος θεάτρου αφού δεν έχεις πουθενά να στηριχτείς στη δύσκολη στιγμή και επιπροσθέτως χρειάζεται να δώσεις το μέγιστο της προσοχής και του ταλέντου σου, αν θέλεις να καθηλώσεις τον θεατή και να πετύχεις στην αποστολή σου!

Ποια στοιχεία κατά τη γνώμη σας θα πρέπει να έχει ένας ηθοποιός για να σταθεί στο θέατρο, στον κινηματογράφο, την τηλεόραση; Ποια συμβουλή θα δίνατε στους νέους που θα ήθελαν να ασχοληθούν με την υποκριτική;

Ω, είναι πολλά αυτά που οφείλει να διαθέτει όποιος ασχοληθεί με το θέατρο αλλά και τα άλλα συναφή του επαγγέλματος αφού θεωρώ πως η τέχνη του ηθοποιού είναι η πιο σύνθετη από όλες. Όμως τα κυρίαρχα που πρέπει να έχει είναι: η ειλικρίνεια, η παιδεία (όχι η τυπική εκπαίδευση) και η άμετρη αγάπη για την τέχνη του… και χωρίς αυτά να μην προχωρήσει γιατί το κόστος θα είναι τεράστιο και για τον ίδιο αλλά και για το κοινό… και αυτή είναι η βασική συμβουλή που θα έδινα στους νεότερους που θα ΄θελαν να ασχοληθούν με την υποκριτική.

Ολοκληρώνοντας τη συνέντευξη, αν είχατε τη δυνατότητα να ξαναζήσετε τη ζωή σας θα κάνατε τις ίδιες επιλογές;

Είμαι πεπεισμένος πως η ζωή μας δεν είναι θέμα μονοπατιού, αλλά προσανατολισμού… κι εγώ δε μετανιώνω γι’ αυτό που είμαι και με αγαπώ… αφού δεν έχασα τον προσανατολισμό μου ποτέ, παρότι πήρα λάθος μονοπάτια κάποιες φορές… Νιώθω πολύ όμορφα γι’ αυτό που είμαι και κάνω κι ευγνώμων στη ζωή που μου έδωσε και μου δίνει τη δυνατότητα να τη ζω χωρίς σοβαρές υποχωρήσεις και συμβιβασμούς που θα με αλλοτρίωναν… Άλλωστε, δε διστάζω να μετανιώσω και να ζητήσω συγγνώμη, όταν νιώσω ότι έσφαλα ή έβλαψα κάποιον…

Συνέντευξη: Ιωαννίδης Ευθύμιος 

Δημοσιεύτηκε
21/10/2018

Κριτική για τον «Γυάλινο κόσμο» σε σκηνοθεσία της Γλυκερίας Καλαϊτζή

 Ήμασταν εκεί για εσάς. To stellasview.gr βρέθηκε στο θέατρο Τ και παρακολούθησε την εξαιρετική παράσταση του Τένεσι Ουίλιαμς  «Γυάλινος κόσμος» σε σκηνοθεσία της Γλυκερίας Καλαϊτζή.

Ο Γυάλινος Κόσμος θεωρείται σήμερα ένα από τα σπουδαιότερα έργα του αμερικανικού θεάτρου του 20ου αιώνα. Έχει ερμηνευθεί δε, από μερικούς από τους μεγαλύτερους ηθοποιούς του αιώνα, έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και συνεχίζει να ανεβαίνει σε μεγάλες θεατρικές σκηνές σε όλο τον κόσμο. Τι είναι αυτό, ωστόσο, που συνεχίζει να συναρπάζει το κοινό σε ένα απατηλά απλό έργο ;

Ο Γυάλινος Κόσμος, πιο συγκεκριμένα, μας μεταφέρει στο Σαιντ Λιούις της Αμερικής το 1930, σε μια περίοδο όπου τα αστικά κέντρα ύστερα από το χρηματιστηριακό κραχ του 1929 έχουν γεμίσει από εργάτες που προσπαθούν αρειμανίως  να αποκατασταθούν οικονομικά και κοινωνικά. Παράλληλα,  ο παγκόσμιος αναβρασμός που μαίνεται  προοικονομεί  έναν δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο που δε θα αργήσει βεβαίως να ξεσπάσει. Κατά συνέπεια, οι επιπτώσεις του οικονομικού κραχ, η πουριτανική ηθική της Αμερικής, η επιδίωξη της τεχνολογικής ανάπτυξης και η γενικότερη  απαίτηση του κοινωνικού συστήματος για πλήρη και άνευ όρων  αποδοχή του, σκιαγραφούν το ευρύτερο κοινωνικό-πολιτικό- οικονομικό πλαίσιο της περιόδου.

Στο έργο εξιστορείται μέσα συγκεκριμένα από τις αναμνήσεις του Τομ (υποκατάστατο του Ουίλιαμς) η ζωή της οικογένειας Ουίνγκφιλντ, που την απαρτίζουν: ο γιος Τομ, η μητέρα Αμάντα και η κόρη Λώρα. Ο πατέρας τούς έχει εγκαταλείψει εδώ και αρκετά χρόνια κι εκείνοι ζουν σ’ ένα δικό τους “γυάλινο κόσμο”.

Η Αμάντα, μεγαλομανής, πάλαι ποτέ εκπάγλου καλλονή, έχει έμμονη ιδέα με τα παιδικά και νεανικά της χρόνια στον Νότο στα οποία καταφεύγει αναζητώντας ζωτική παρηγοριά και ασφαλές καταφύγιο, ωστόσο, τώρα δίνει την εικόνα της «ξεπεσμένης καλλονής», ένα μοτίβο που επανέρχεται μάλιστα σε πολλά έργα του συγγραφέα. Ταυτόχρονα, ονειρεύεται ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά της, το οποίο προσπαθεί να επιβάλει, ωστόσο, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα είναι ζοφερή.

Η Λώρα είναι ένας χαρακτήρας του Ουίλιαμς που βασίζεται στην αδελφή του, Ρόουζ η οποία είχε διαγνωστεί με πρώιμη άνοια και ήταν γνωστό ότι είχε σοβαρές κρίσεις υστερίας, παράνοια, κατάθλιψη από την ηλικία των είκοσι επτά. Η Λώρα Ουίνγκφιλντ, δραπετεύει από την πραγματικότητα της ζωής της, λόγω του συμπλέγματος κατωτερότητας που την κατατρύχει. Είναι ΑμεΑ και μεγεθύνει το ζήτημα με το πόδι της ως λόγο για να αποστασιοποιηθεί από την κοινωνία και να δημιουργήσει το δικό της φανταστικό και διαρρήδην λειτουργικό για την ίδια κόσμο της, από γυάλινα ζωάκια, παρά τις οξείς αντιδράσεις της μητέρας της, Αμάντα.

Ο κύριος, ωστόσο, ρόλος του έργου είναι ο Τομ Ουίνγκφιλντ, ο οποίος ξεφεύγει από τη μίζερη πραγματικότητα της ζωής του καταφεύγοντας στο σινεμά και την ποίηση. Λατρεύει τις περιπέτειες και θέλει να ακολουθήσει την πορεία του απόντος πατέρα του, ακόμα και αν αυτό απαιτεί το να εγκαταλείψει και εκείνος τις γυναίκες της ζωής του. Thomas ήταν επίσης το πραγματικό όνομα του Ουίλιαμς, και το όνομα Tom, προερχόμενο από το ελληνικό όνομα Θωμάς, σημαίνει δίδυμος – καθιστώντας έτσι τον Τομ παρένθετο ρόλο όχι μόνο για τον Ουίλιαμς αλλά ενδεχομένως και για το κοινό. Αυτός είναι το μάτι μας λοιπόν στην οικογένεια των  Ουίνγκφιλντ. Το δίλημμα του αποτελεί, άλλωστε την κεντρική σύγκρουση του έργου, καθώς ο ίδιος αντιμετωπίζει μια αγωνιώδη επιλογή μεταξύ της ευθύνης για την οικογένειά του και της δικής του ζωής.

Οι συγκρούσεις ειδικότερα του Τομ (που δουλεύει σε μια χαμαλοδουλειά προκειμένου να συντηρήσει την οικογένειά του) με τη μητέρα του φέρουν το κομμάτι εκείνο της ζωής του Τένεσι Ουίλιαμς που αναλωνόταν σε κάποιο εργοστάσιο παπουτσιών μέχρι να βρει τον δρόμο του. Φέρουν όμως και το κομμάτι του κάθε ονειροπόλου που καταφεύγει στο σκοτάδι όταν το φως, του απαγορεύει να ζήσει τα όνειρά του.Ο διακαής εντούτοις πόθος του Τομ να αποδράσει από τις οικογενειακές υποχρεώσεις στις οποίες έχει επωμιστεί με την εκούσια φυγή του πατέρα του, λειτουργεί ενοχικά για τον ίδιο. Η Λώρα είναι μάλιστα εκείνη, που τον ισορροπεί, η μητέρα τους, ωστόσο, είναι εκείνη που απαιτεί: ο αδερφός οφείλει λοιπόν πρώτα σύμφωνα με τη μητέρα τους να βρει ένα γαμπρό για την αδερφή του και μετά να φύγει και να ζήσει τα όνειρά του. Έτσι ο Τομ καλεί έναν συνάδελφό του, τον Τζιμ στο σπίτι. Όλη η οικογένεια στρέφει ως εκ τούτου την ελπίδα της στον Τζιμ, έναν επισκέπτη από τον έξω κόσμο, με τον οποίο είχε ένα σύντομο  φλερτ στο παρελθόν η Λώρα.

Τα ήδη λιμνάζοντα νερά της οικογένειας έρχεται λοιπόν να ταράξει ένας όμορφος, καθ’ όλα φυσιολογικός νέος, υπέρμετρα φιλόδοξος που επενδύει στο μέλλον και στην προσωπική του ανάπτυξη με ό,τι πιο μοντέρνο, θέτοντας στόχους πολύ συγκεκριμένους, ο Τζιμ. Η έλευση του φίλου και συναδέλφου του Τομ, κάνει ως εικός πανευτυχή την Αμάντα. Η υπόστασή της λαμβάνει νόημα εκ νέου. Όταν, εντούτοις, η Λώρα συνειδητοποιεί ότι ο καλεσμένος είναι ο εφηβικός της έρωτας, φοβάται να παρουσιαστεί. Τούτο φυσικά προκαλεί την άγρια αντίδραση της μητέρας. Ο Τομ αποκαλύπτει στη συνέχεια στον Τζιμ ότι έβγαλε ναυτικό δελτίο για να φύγει αντί να πληρώσει το ρεύμα. Όταν, ωστόσο, τα φώτα σβήνουν μένουν μόνοι τους ο Τζιμ και η Λώρα. Τότε ο Τζιμ θυμάται τη Λώρα και τη φλερτάρει, κάνοντάς την να αισθανθεί για πρώτη φορά ευτυχισμένη και απαλλαγμένη από τις φοβίες της. Όμως στο τέλος της αποκαλύπτει τον πραγματικό του έρωτα με μια άλλη κοπέλα, που του έδωσε δύναμη να αλλάξει και να ξεπεράσει τις δικές του φοβίες. Ύστερα από αυτό ο Τζιμ αποχωρεί αφήνοντας σύξυλη την Αμάντα και απαρηγόρητη τη Λώρα. Η μητέρα στη συνέχεια κατηγορεί τον Τομ για την άγνοιά του.

Τα πάντα λοιπόν γκρεμίζονται, καθώς εκείνος διαλύει τις γυάλινες και εύθραυστες αυταπάτες τους κι έτσι επανέρχονται στη σκληρή πραγματικότητα. Το έργο έπειτα τελειώνει με την πραγματοποίηση του ονείρου του Τομ να δραπετεύσει, να ζήσει μια καινούργια ζωή. Η Λώρα όμως μένει μέσα του για πάντα…

Ο συγγραφέας χρησιμοποιώντας ψυχαναλυτικά μοτίβα μας δίνει εύκολα το δίπολο του έργου. Από τη μια, το συναίσθημα και τα «θέλω», και από την άλλη το ηθικό, θεσμικό και κοινωνικό «πρέπει». Το αποτέλεσμα ήταν ένα συγκροτημένο παζλ με προσθαφαιρέσεις απολύτως αφομοιωμένες που εναρμονίζει έντεχνα πλοκή, δράση και χαρακτήρες. Στην έξοχη μάλιστα μετάφραση του έργου από τη Γλυκερία Καλαϊτζή, διατηρήθηκαν δύο πολύ βασικά στοιχεία που διαφοροποιούν τον λόγο, ο ρυθμός και η ποιητικότητά του.

Μέσα σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο, ενός διττού ρόλου, επέλεξε η Γλυκερία Καλαϊτζή τον Χρήστο Παπαδόπουλο να σηκώσει στους ώμους του δυο μεγάλα βάρη. Τον εξαιρετικά απαιτητικό ρόλο του Τομ, αλλά και τη μεγάλη διαφορά ηλικίας σε σχέση με τον γιο Τομ που αλληλεπιδρά με τη μητέρα Αμάντα και την αδερφή του Λώρα. Ο Τομ αφηγείται και συμμετέχει στο έργο. Ο μεγαλύτερος Τομ θυμάται τα νεανικά του χρόνια και στη συνέχεια γίνεται νεότερος Τομ, ο οποίος συμμετέχει στη δράση, σε σκηνές από τα νεανικά του χρόνια. Ο Παπαδόπουλος κατορθώνει όχι μόνο να βγει αλώβητος από τα βάρη αυτά, αλλά να δημιουργήσει επί σκηνής έναν Τομ – αφηγητή συμπαθή, και ίσως πιο πολυεπίπεδο από αυτόν που θα είχε φανταστεί ο Ουίλιαμς, που προκαλεί τη συγκίνηση του θεατή, παρά την ίσως όχι και τόσο κοινά αποδεκτή τελική του πράξη. Η ερμηνεία του είναι το δίχως άλλο στιβαρή, ενώ με την ορθά τοποθετημένη κινησιολογικά παρουσία του και την κρυστάλλινη και ανάλογα χρωματισμένη φωνή του στα συναισθήματα που βιώνει ο Τομ, απέδωσε τον συγκρουσιακό, ενοχικό και απροσάρμοστο Τομ με περισσή άνεση και αξιοθαύμαστη ενάργεια.

Η Γιώτα Φέστα ως Αμάντα είναι χάρμα ιδέσθαι. Η Aμάντα είναι ο πιο εξωστρεφής χαρακτήρας του έργου, και σίγουρα από τους πιο ποθητούς γυναικείους ρόλους στο σύγχρονο δράμα. Η συνεχής γκρίνια της στον Τομ και η έντονη άρνησή της να δει τη Λώρα, όπως είναι πραγματικά, είναι σίγουρα κατακριτέα, αλλά αποκαλύπτει επίσης μια τεράστια προθυμία να θυσιαστεί για τους αγαπημένους της, που είναι κατά πολλούς τρόπους απαράμιλλος στο έργο. Έχει υποβάλει τον εαυτό της στην ταπεινωτική αγγαρεία των πωλήσεων συνδρομών, προκειμένου να βελτιώσει τις προοπτικές του γάμου της Λώρας, αγόγγυστα σχεδόν, ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι είναι η τυπική Νότιο Αμερικάνα αριστοκράτισσα “belle”. Η Φέστα ισορροπεί αυτήν την υστερία και τη φιλαυτία της Αμάντα, αποκαθαρμένη εν πολλοίς από ενζενί στοιχεία, αφήνοντας την αγάπη για τα παιδιά της να φανεί και να εκδηλωθεί πέρα και πάνω από την προσωπική της απογοήτευση και το τέλμα στο οποίο περιήλθε μετά τον γάμο της. Το βλέμμα της Γιώτας Φέστα, οι κινήσεις της, η αεικίνητη παρουσία της επί σκηνής συνθέτουν μια Αμάντα που ενσαρκώνει την πλήρη διάλυση του αμερικάνικου ονείρου, χωρίς όμως να χάνει ίχνος από την υποβόσκουσα στοργικότητά της προς τα παιδιά της. Είναι μια εξαιρετικά γοητευτική, και αψεγάδιαστη Αμάντα.

Η Κατερίνα Συναπίδου παρουσιάζει με ευαισθησία και λεπτότητα τη Λώρα, παρουσιάζοντάς την εύθραυστη και συνεσταλμένη αρκούντως πειστικά, ενώ ο Δημήτρης Κρίκος, ευειδής και άνετος, με την ερμηνεία του ως Τζιμ καταφέρνει να φέρει τον αέρα αλλαγής που επιζητά η Αμάντα για το σπιτικό της. Είναι εξαιρετικός στις εξάρσεις του, με ακριβείς δόσεις συναισθηματισμού όπου απαιτείται.

Η σκηνοθεσία της Γλυκερίας Καλαϊτζή είναι ρεαλιστική. Αφαίρεσε πιο συγκεκριμένα το έντονα καταρχήν ποιητικό – ονειρικό χαρακτήρα του έργου, και παρουσίασε θα λέγαμε πιο «γειωμένους» τους ήρωες, με όλα τους τα προβλήματα και τη ζωτική ανάγκη τους για διαφυγή από την πραγματικότητα – ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Τόνισε δε, σε σημαντικό βαθμό το αδιέξοδο των ηρώων της, και οι συνήθως μεγάλες απαιτήσεις από τους ερμηνευτές της έπιασαν το δίχως άλλο τόπο. Με τη χρήση δε, βιντεοπροβολών πάνω στο διάφανο πανί, τη διάφανη ανάμνηση του Τομ, μας ταξίδεψε στην Αμερική του 1930 αλλά και με ευρηματικό τρόπο διεύρυνε τον χρόνο και τον τόπο του έργου και εκτός του σπιτιού των Ουίνγκφιλντ.

Ο ίδιος ο συγγραφέας ζητά να υπάρχει στο σκηνικό, μια σιδερένια σκάλα κινδύνου, ίσως γιατί όλοι στην οικογένεια έχουν μια διέξοδο, μια δική τους «σκάλα κινδύνου», απαίτηση που σεβάστηκε απόλυτα η Ευαγγελία Κιρκινέ. Με την είσοδό σου μάλιστα, τα έξοχα σκηνικά της Κιρκινέ σε εισάγουν σε μια κινηματογραφική αίθουσα. Εκεί σε περιμένει ο Τομ καθισμένος σε μια σειρά καθισμάτων και γύρω του να δεσπόζουν ευτάκτως ερριμμένα σχετικά αντικείμενα του σινεμά. Το κινηματογραφικό κάδρο δίκην παραπετάσματος που περικλείει τη σκηνή αντιπροσωπεύει τον ξεθωριασμένο και χαραγμένο από την αχλή του χρόνου πίνακα, εκεί που οι μνήμες και τα πρόσωπα ζωντανεύουν και στοιχειώνουν την ενοχική συνείδηση του Τομ, αναμιγνύοντας τη γλυκύτητα της ανάμνησης με την τραχύτητα του οδυνηρού παρελθόντος.

Εξάλλου, ο Γυάλινος Κόσμος είναι πρωτίστως ένα έργο μνήμης. Και όπως η μνήμη κάνει ευρεία χρήση ποιητικής αδείας, έτσι και το νέο του ανέβασμα στο θέατρο Τ μας καλεί να ξεχάσουμε αυτό που έχουμε δημιουργήσει ως μνήμη με το μυαλό μας, και να δημιουργήσουμε μια νέα ανάμνηση με την καρδιά, παραλείποντας, κατά τα λεγόμενα του Ουίλιαμς, κάποιες λεπτομέρειες και διογκώνοντας κάποιες άλλες. Είναι σίγουρα μια παράσταση που πρέπει το δίχως άλλο να δει κανείς.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει φυσικά στους υπόλοιπους συντελεστές της παράστασης οι οποίοι συνέβαλλαν τα μέγιστα στη διεκπεραίωση του δύσκολου αυτού εγχειρήματος. Πιο συγκεκριμένα,τα προσεγμένα κουστούμια της Μαρίας Καραδελόγλου, οι εύστοχοι και δηλωτικοί φωτισμοί του Κώστα Σιδηρόπουλου και η υποβλητική μουσική του Μάκη Καραδελόγλου συνεπικούρησαν και αγλάισαν το τελικό έξοχο αποτέλεσμα.

Κριτική: Ευθύμιος Ιωαννίδης

Δημοσιεύτηκε
19/10/2018 

Χρήστος Παπαδόπουλος:«Mε τρομάζει η φράση “στάση ζωής”…»

 Ο Χρήστος Παπαδόπουλος μίλησε στο stellasview.gr και στον Ευθύμιο Ιωαννίδη για τη δημοφιλή παράσταση του Τένεσι Ουίλιαμς «Γυάλινος Κόσμος» στην οποία πρωταγωνιστεί.

Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Κομοτηνή με σπουδές στον τομέα της πληροφορικής στη Θεσσαλονίκη, ο Χρήστος Παπαδόπουλος είναι ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς του. Καλλιτεχνική προσωπικότητα και ανήσυχο πνεύμα, την περίοδο αυτή πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Γυάλινος Κόσμος» η οποία παίζεται στο Θέατρο Τ, σε σκηνοθεσία της Γλυκερίας Καλαϊτζή. Ο Χρήστος μας μίλησε για την παράσταση, το έργο και τον ρόλο του, για το πώς αντιλαμβάνεται ο ίδιος το θέατρο, αλλά και για τα μελλοντικά του όνειρα.

Χρήστο, Ο «Γυάλινος Κόσμος» θεωρείται το πιο αυτοβιογραφικό έργο του Αμερικανού συγγραφέα, αφού στην ουσία περιγράφει την ίδια του την οικογένεια. Εσύ, πώς θα το χαρακτήριζες;

Για να είμαι ειλικρινής, δεν μπορώ να πω πως το λάτρεψα από την πρώτη στιγμή που το διάβασα. Βέβαια, αρχικά το διάβασα μόνος μου. Όταν όμως κάναμε την πρώτη ανάγνωση με την ομάδα, ο λόγος ζωντάνεψε μπροστά στα μάτια μου και έτσι κατάφερα να το «δω». Άλλη μια απόδειξη λοιπόν για το πόσο ομαδικό σπορ είναι το θέατρο! Ο Τένεσι Ουίλιαμς έγραψε μια ιστορία για το δίπολο ενοχή-ελευθερία της οποίας η ιδιαιτερότητα βρίσκεται στους χαρακτήρες και στον τρόπο με τον οποίο προσπαθούν να επικοινωνήσουν τον «γυάλινο κόσμο» τους ο ένας με τον άλλο και ο Τομ με το κοινό, ως αφηγητής. Άλλες φορές μου βγάζει τον ρομαντισμό της χρυσής εποχής του αμερικανικού κινηματογράφου του ’30 σε ταινίες, όπως το «Όσα παίρνει ο άνεμος» κι άλλες τον ωμό ρεαλισμό της Ελλάδας του 2000 στο «Σπιρτόκουτο» του Γιάννη Οικονομίδη. Αυτό το εύρος θαρρώ πως το κάνει σπουδαίο έργο. Άλλο είναι φυσικά να το διαβάζεις, και άλλο να δοκιμάζεις και να δοκιμάζεσαι πάνω σε αυτό.

Πρωταγωνιστείς για δεύτερη συναπτή χρονιά στην παράσταση, ερμηνεύοντας τον Τομ. Ήταν εύκολη η προσέγγιση του ρόλου; Πού εστίασες;

Ποτέ καμία προσέγγιση δεν είναι εύκολη. Σε κανένα έργο. Είναι μια διαδικασία που ναι μεν ξεκινάει από την πρώτη πρόβα, αλλά στην πορεία καταλαβαίνεις ότι ήταν ήδη μέσα σου από καιρό και συνεχίζει να δουλεύει στο μυαλό σου ακόμα και πολύ καιρό μετά την τελευταία παράσταση. Αν όντως δηλαδή είναι άβυσσος η ψυχή ενός ανθρώπου, πώς άραγε προσεγγίζεται κάτι τέτοιο; Για να μην κλέβω όμως και απαντάω με ερωτήσεις, μπορώ να πω πως μέσα στα λόγια του ο Τομ αφηγείται -μεταξύ άλλων- μια απέλπιδα προσπάθεια απόδρασης από το κελί του σπιτιού του και τις ευθύνες που ουδέποτε επέλεξε, αλλά και μια ορμή για τη «ζωή εκεί έξω» η οποία εν τέλει τον απογοήτευσε και τον ώθησε να γυρίσει, χρόνια μετά, στα ερείπια του παλιού του σπιτιού ώστε να αφηγηθεί με νοσταλγία και αγάπη αυτή την ιστορία. Αυτός ο κύκλος είναι ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται συχνά στη ζωή μου, αν κάτσω να θυμηθώ και εγώ τα παιδικά μου χρόνια, την εφηβεία μου αλλά και το πρόσφατο παρελθόν μου. Άρα ενδεχομένως να βρήκα μια σύνδεση εκεί. Όμως καμία διαδικασία προσέγγισης ρόλου δεν μπορεί να υπάρξει από μόνη της, δίχως την επιρροή των συμπαικτών σε κάθε πρόβα. Αν έχουμε φτάσει λοιπόν σε ένα σημείο ο καθένας με τον χαρακτήρα που υποστηρίζει, σίγουρα το οφείλουμε σε μεγάλο βαθμό ο ένας στον άλλο.

 Αλήθεια, σου ταιριάζει η κοσμοαντίληψη του ονειροπόλου Τομ που καταφεύγει στο σκοτάδι όταν το φως, του απαγορεύει να ζήσει τα όνειρά του ή έχεις κάποια άλλη στάση ζωής απέναντι στα πράγματα και τα γεγονότα που ζούμε;

Η αλήθεια είναι ότι με τρομάζει η φράση «στάση ζωής» γιατί αν μη τι άλλο η «στάση» από μόνη της είναι μια ανελεύθερη κατάσταση. Προτιμώ να πορεύομαι με ένα «δεν ξέρω» και να ονειρεύομαι φως και σκοτάδια εξίσου. Είμαι της άποψης πως κανείς δεν μπορεί να στερήσει σε κανέναν τα όνειρά του. Ο εαυτός μας γίνεται ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο και ίσως το μόνο ισχυρότατο στοπ να είναι ο θάνατος. Και πάλι, ό,τι λέω, το λέω με περισσή αβεβαιότητα. Ποιος ξέρει, αύριο μπορεί να έχω άλλη γνώμη!

Σε ποιους παράγοντες πιστεύεις ότι έγκειται η τόσο μεγάλη ανταπόκριση που χαριτώθηκε το έργο από το κοινό της Θεσσαλονίκης την περσινή περίοδο, γεγονός που εύλογα οδήγησε στην απόφαση να επαναληφθεί εκ νέου η παράσταση;

Πρόκειται για μια συλλογική δουλειά, από τη ρίζα μέχρι το άνθος. Η ομάδα του θεάτρου Τ (Γλυκερία Καλαϊτζή, Μαρία Καραδελόγλου, Βαγγελιώ Κιρκινέ, Κώστας Σιδηρόπουλος) ανέλαβε την απαιτητική παραγωγή του έργου κι εμείς, η ομάδα των ηθοποιών (Γιώτα Φέστα, Κατερίνα Συναπίδου, Δημήτρης Κρίκος), κληθήκαμε να δουλέψουμε σκληρά ώστε να φτάσουμε όσο το δυνατόν πιο κοντά στην αλήθεια που αποτυπώνει ο Τένεσι Ουίλιαμς στο Γυάλινο Κόσμο, η οποία τελικά ίσως είναι μια αλήθεια βαθιά κρυμμένη μέσα στον καθένα μας. Αυτές οι συνθήκες ομαδικότητας είναι πιστεύω ικανές να παράγουν κάθε φορά ένα αξιόλογο αποτέλεσμα, το οποίο έπειτα θα αφήσει κάποιες εντυπώσεις στον κόσμο που θα έρθει να δει την παράσταση και αυτές οι εντυπώσεις με τη σειρά τους θα ταξιδέψουν από στόμα σε στόμα και φυσικά στα social media. Βέβαια, δεν μπορεί να μείνει έξω από την εξίσωση η Λία Κεσοπούλου που δουλεύει επίσης σκληρά για την επικοινωνία της παράστασης και την ευχαριστούμε! Προσωπικά, βλέπω τη συνεχή προσέλευση θεατών ως επιβράβευση και κίνητρο για περαιτέρω αναζήτηση πάνω στο έργο και στο θέατρο γενικότερα. Και φυσικά μέσα μου.

Το έργο σκιαγραφεί τη διαχρονική ζείδωρη ανάγκη των ανθρώπων να καταφεύγουμε σε παραισθήσεις, στην απομόνωση ή στην τέχνη, πλάθοντας «έναν γυάλινο, εύθραυστο κόσμο» προκειμένου να διαχειριστούμε τη ζοφερή  πραγματικότητα που εν πολλοίς μας συνθλίβει. Σήμερα, ως έθνος, πιστεύεις πως έχουμε ανάγκη από τέτοιους «γυάλινους κόσμους» περισσότερο από ποτέ;

Δεν ξέρω τι έχουμε ανάγκη ως έθνος. Άλλωστε ποτέ δεν κατάφερα να σκεφτώ έτσι. Όλοι οι άνθρωποι, θέλω να πιστεύω, έχουν όνειρα. Παντού. Και αυτά κάπου στην πορεία ίσως περνούν σε δεύτερη, τρίτη, τέταρτη μοίρα. Καταπιέζονται, συμπιέζονται. Και η δράση φέρνει αντίδραση. Στην απόπειρα για ελευθερία αναζητούμε ένα καταφύγιο, μια απόδραση από τη ζοφερή -όπως λέτε- πραγματικότητα. Η πραγματικότητα όμως του καθενός είναι διαφορετική, όπως και το καταφύγιο. Άλλος καταφεύγει στην ποίηση, στη μουσική, άλλος στο ποτό, στα ναρκωτικά, στην αυτοκαταστροφή, άλλος στη βία και στον κάθε μορφής φανατισμό και άλλος σε μια βάρκα που μπάζει νερά στη μέση του Αιγαίου. Αν υπάρχει λοιπόν μια ανάγκη που βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας, είναι η ανάγκη για ενσυναίσθηση, συμπόνια, αλληλεγγύη. Η απομόνωση και οι γυάλινοι κόσμοι ναι μεν έχουν μια ξεχωριστή θέση μέσα στον καθένα, αλλά τα τείχη που δημιουργούν είναι άλλο ένα εμπόδιο προς την ελευθερία. Κάπου εδώ χωράει κι ο στίχος «Να σου δώσω μια να σπάσεις αχ βρε κόσμε γυάλινε και να χτίσω μια καινούργια κοινωνία άλληνε» του Στέλιου Καζαντζίδη. Εξάλλου, η ιστορία έχει δείξει ότι τα τείχη αργά ή γρήγορα γκρεμίζονται.

Μολονότι, έχεις σπουδάσει πληροφορική, οι καλλιτεχνικές σου, ανησυχίες σε οδήγησαν αναφανδόν στο θέατρο. Στην ερώτηση τι είναι για εσένα το θέατρο, τι θα απαντούσες;

Δεν πιστεύω ότι θα μπορέσω ποτέ να καταλήξω σε μία απάντηση. Αυτό που βρίσκω κάθε φορά μέσα στη θεατρική διαδικασία –είτε αυτή είναι μια πρόβα, ένα μάθημα, μια παράσταση ή ακόμη και μια συζήτηση- είναι κάτι που μεταβάλλεται κάθε χρόνο, κάθε βδομάδα, κάθε μέρα μερικές φορές. Και όσο το σκέφτομαι, δεν υπάρχει στιγμή στην καθημερινότητά μου που να μην επηρεάζει τη ματιά μου πάνω στο θέατρο και στο τι είναι για μένα ή γιατί το κάνω. Όταν ξεκίνησα, μέσα στη θεατρική ομάδα “Πέρα Δώθε” του Μαθηματικού Α.Π.Θ., έλεγα ότι το θέατρο είναι η ζαβολιά μου, ότι εδώ μέσα βρίσκω το χώρο να κάνω όλα αυτά που διστάζω να κάνω εκεί έξω. Τώρα, 8 χρόνια μετά, θα το χαρακτήριζα βουτιά που ποτέ δε βρίσκει τον πυθμένα. Πάντα έχει κι άλλο. Και είναι τόσο τρομακτικό και ταυτόχρονα γοητευτικό όλο αυτό, όσο ακούγεται. Και έχει πλάκα!

Παίζεις, υπό τις οδηγίες της Γλυκερίας Καλαϊτζή, μιας πολύ έμπειρης και καταξιωμένης σκηνοθέτιδας πλάι σε καταξιωμένους ηθοποιούς του χώρου. Η εμπειρία αυτή τι γεύση σου έχει αφήσει;

Ενστικτωδώς σε κάθε δουλειά που συμμετέχω, αφιερώνομαι. Δίνω βάρος στη συνεργασία και στην επικοινωνία μου με τα μέλη της ομάδας. Αυτή η μαθητεία είναι που γίνεται πολύτιμη εμπειρία. Τόσο με τους συμπαίκτες μου όσο και με τη Γλυκερία και τους υπόλοιπους συντελεστές, φάνηκε από την πρώτη μέρα ότι κάτι κάνει κλικ που λέμε, παρόλο που οι περισσότεροι δε γνωριζόμασταν και δεν είχαμε ξανασυνεργαστεί στο παρελθόν. Συγκεκριμένα για τη Γλυκερία, κάθε της συμβουλή, κάθε προσέγγιση και προβληματισμός φαίνεται να κάνει αυτό το κλικ μέσα μου και συνειρμικά με οδηγεί σε κάτι καινούργιο όσον αφορά τον ρόλο και τη σχέση μου με αυτόν. Την ευχαριστώ για αυτή την ευκαιρία να βουτήξω πιο βαθιά, και μάλιστα για δύο συναπτές σεζόν!

Το έργο τελειώνει με την πραγματοποίηση του ονείρου του Τομ, ο οποίος καταφέρνει τελικά να ζήσει τη ζωή που νοερά μέχρι τότε ζούσε. Ποιο όνειρο ζωής, θα ήθελες να σου πραγματοποιηθεί στο μέλλον;

Δεν είμαι σίγουρος αν το έργο στο τέλος μας προσφέρει όντως μια τέτοια λύση. Ίσα-ίσα θα ’λεγα ότι διαβάζοντάς το, η τελευταία σελίδα με άφησε στα «κρύα του λουτρού». Στη δική μας έκδοση υπάρχει μια υποτυπώδης κάθαρση στο τέλος για τον Τομ αλλά ας μην προδώσουμε τίποτα σε όσους δεν το έχουν δει ακόμα! Μιλώντας τώρα για τα δικά μου όνειρα, γενικά κουβαλάω πολλές τρέλες μέσα στο κεφάλι μου. Άλλοτε φαντάζομαι ένα λάιβ σε μεγάλο συναυλιακό χώρο με το μουσικό μου project “Eli & the Portraits” που προς το παρόν δραστηριοποιείται στη Θεσσαλονίκη, άλλοτε π.χ. να πεθαίνω από τη σφαίρα του Cillian Murphy σε κάποιο επεισόδιο της αγαπημένης μου σειράς Peaky Blinders. Αλλά αν μπορώ να εκφράσω ένα όνειρο ζωής για το οποίο πάντα θα αγωνίζομαι, αυτό είναι ένα: να πάψω να φοβάμαι.

 Συνέντευξη: Iωαννίδης Ευθύμιος

Δημοσιεύτηκε
19/10/2018